Κρυφές στοές

… υπόγειες διαδρομές

Η φρυγανιά

Αποφάσισα  να έχω πάντα μια φρυγανιά στην τσάντα μου. Δεν ξέρεις πότε θα χρειαστεί να τη δαγκώσεις.

«Αντίο. Αντίο», είπε η Ρέητσελ. Λες και μια φορά δεν ήταν αρκετή.

Λες και θα το μπέρδευα με κάποιο συνηθισμένο πρωί, ένα από αυτά τα κοινά αλλά όχι και τόσο συχνά πρωινά που δεν είχα υπηρεσία και μπορούσα να απολαμβάνω την πολυτέλεια να πίνω αργά και με την άνεσή μου τον καφέ μου, ενώ εκείνη έτρεχε να προλάβει τη δουλειά. «Όχι, μη σηκώνεσαι». Ένα φιλί από μακριά. Θα στεκόταν μια στιγμή εκεί, έτοιμη, στην πόρτα της κουζίνας κι εγώ θα σκεφτόμουν ότι σε μισή ώρα περίπου θα έμπαινε στην τάξη της -«Καλημέεερα, κυρία Γουέμπ»- και κανένας τους δεν θα φανταζόταν πως λίγο πριν στεκόταν σ’ ένα άλλο κατώφλι, ενώ ένας άντρας με ρόμπα, αλείφοντας φρυγανιές με βούτυρο, είχε ξεπροβοδίσει αυτή στο σχολείο.

«Αντίο, Τζορτζ».

Λες και τα είκοσι χρόνια ήταν άλλη μια μέρα και όλα μαζί ένα είδος μεγάλου, ασταμάτητου διαγωνίσματος στο οποίο τελικά απέτυχα. Δάσκαλοι! Αξιολάτρευτοι άνθρωποι!

Δεν σάλεψα. Εκείνη δεν είπε: «Μην σηκώνεσαι». Θα ήμουν καταραμένος αν της έδινα αυτή την τελευταία ικανοποίηση. Να με δει να σηκώνομαι και να παρακαλάω. Ώστε να μπορεί να μου γυρίσει την πλάτη πιο θυμωμένη.

Καταραμένος έτσι κι αλλιώς. Αυτή ήταν η σωστή λέξη: καταραμένος. Καταδικασμένος – και τώρα μάλιστα διπλά. Χειρότερο από το να σε έχουν απλώς παρατήσει. ‘Η αντικαταστήσει. Αν υπήρχε κάποιος άλλος (υπήρχε; Δεν θα το μάθω ποτέ)… Αλλά να είσαι καταδικασμένος – καταραμένος.

Κούμπωσε το παλτό της, τίναξε ελαφρά το κεφάλι της προς τα πάνω για να τακτοποιήσει τα μαλλιά της. Ναι, έφευγε στ’ αλήθεια. Όλα είχαν κανονιστεί. Από που όμως είχε έρθει… αυτή η γυναίκα στο κατώφλι; Πως και δεν την είχα δει πιο πριν, πως και δεν ήξερα ότι βρισκόταν εκεί; Σίγουρα είχε διαλέξει λάθος επάγγελμα. Δεν έπρεπε να διδάσκει γλυκά παιδάκια. Ήταν φτιαγμένη από άλλη πάστα, πιο σκληρή.

Πότε μου είχε στείλει για τελευταία φορά εκείνο το πρωινό φιλί;

Στεκόταν εκεί σαν επίσημος επισκέπτης που αναχωρούσε -σαν κάποιος που επισκέφτηκε τη ζωή μου άπαξ.

Της άξιζε πάντως ο θαυμασμός μου. Τι αποφασιστικότητα, τι σταθερότητα. Όπως δεν μπορούσες παρά να θαυμάσεις αυτούς που, ό,τι κι αν είχαν κάνει, διατήρησαν την αυτοκυριαρχία τους, δεν έπεξαν ούτε το βλέφαρό τους, όταν τους ανάγγειλες ότι συλλαμβάνονταν.

Μια στιγμή όμως·  εγώ ήμουν ο κατηγορούμενος.

Κι έτσι δεν κουνήθηκα ρούπι, δεν έτριξα καν την καρέκλα μου. Μπορεί μάλιστα και να δάγκωσα τη φρυγανιά. Όταν χάνεις το έδαφος κάτω από τα πόδια σου, κρατιέσαι από ένα ψίχουλο περηφάνιας.

Γκράχαμ Σουίφτ, «Στο Φως της Μέρας», εκδ. Εστία

photo credit:  boston_camerra

short link  http://wp.me/pTiK1-6xr

Advertisements

πες κάτι επιτέλους!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: