Κρυφές στοές

… υπόγειες διαδρομές

Why don’t you dance?

Στην κουζίνα, έβαλε ακόμη ένα ποτό και κοίταξε την επίπλωση της κρεβατοκάμαρας στην μπροστινή αυλή του. Το στρώμα ήταν γυμνό και τα ριγέ χρωματιστά σεντόνια βρίσκονταν ακουμπισμένα δίπλα σε δύο μαξιλάρια, στη σιφονιέρα. Έξω από αυτή τη διαφορά, όλα έμοιαζαν πάνω κάτω όπως ήταν στην κρεβατοκάμαρα – κομοδίνο και πορτατίφ απ’ τη δική του μεριά του κρεβατιού, κομοδίνο και πορτατίφ απ’ τη δική της.
Η δική του πλευρά, η δική της πλευρά.
Αυτό σκεφτόταν ρουφώντας το ουίσκι του.
Η σιφονιέρα βρισκόταν κάνα δυο μέτρα απ’ το πόδι του κρεβατιού. Το πρωί είχε αδειάσει τα συρτάρια μέσα σε κούτες, κι είχε αφήσει τις κούτες στην τραπεζαρία. Δίπλα στη σιφονιέρα υπήρχε μια φορητή θερμάστρα. Μια καλαμένια καρέκλα με διακοσμητικό μαξιλάρι στεκόταν στο πόδι του κρεβατιού. Τα αστραφτερά αλουμινένια έπιπλα της κουζίνας ήταν τοποθετημένα στο μικρό δρομάκι δίπλα στην αυλή. Μια κίτρινη μουσελίνα, υπερβολικά μεγάλη, δώρο, σκέπαζε το τραπέζι και κρεμόταν στο πλάι. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια γλάστρα με φτέρη, κι ακόμη, ένα κουτί ασημένια μαχαιροπήρουνα κι ένα πικάπ, δώρα κι αυτά. Μια μεγάλη συσκευή τηλεόρασης-έπιπλο ακουμπούσε πάνω σ’ ένα χαμηλό τραπεζάκι, και κάνα δυο μέτρα πιο πέρα βρισκόταν ένας καναπές, μια καρέκλα κι ένα λαμπατέρ. Το γραφείο ήταν στριμωγμένο μπροστά στην πόρτα του γκαράζ. Πάνω στο γραφείο υπήρχαν μερικά σκεύη, κι επίσης ένα ρολόι τοίχο και δύο κορνιζαρισμένες αφίσες. Στο μικρό δρομάκι υπήρχε ακόμα μια κούτα με φλιτζάνια, ποτήρια και πιάτα, το καθένα τους τυλιγμένο σε εφημερίδες. Εκείνο το πρωί είχε ξεκαθαρίσει τα ντουλάπια, κι εκτός απ’ τις τρεις κούπες στην τραπεζαρία, όλα τα πράγματα βρίσκονταν έξω από το σπίτι. Είχε τραβήξει μια μπαλαντέζα ως έξω και τα πάντα ήταν συνδεδεμένα στο ρεύμα. Όλα δούλευαν, καμιά διαφορά απ’ ό,τι όταν ήταν μέσα στο σπίτι.
Κάπου κάπου, ένα αμάξι έκοβε ταχύτητα, κι οι άνθρωποι γύριζαν να κοιτάξουν. Μα κανείς δεν σταματούσε.
Είχε την εντύπωση πως ούτε κι αυτός θα σταματούσε.

«Μάλλον ξεπουλάνε» είπε το κορίτσι στο αγόρι.
Το κορίτσι αυτό και το αγόρι αυτό επίπλωναν ένα μικρό διαμέρισμα.
«Για να δούμε τι θέλουν για το κρεβάτι» είπε το κορίτσι.
«Και για την τηλεόραση» είπε το αγόρι.
Το αγόρι έστριψε στο μικρό δρομάκι και σταμάτησε μπροστά στο τραπέζι της κουζίνας.
Κατέβηκαν από το αμάξι κι άρχισαν να εξετάζουν τα πράγματα. Το κορίτσι ψηλάφησε τη μουσελίνα, το αγόρι έβαλε το μπλέντερ στην πρίζα κι έστριψε το κουμπί στη θέση ΠΟΛΤΟΣ, το κορίτσι σήκωσε ένα ρεσώ, το αγόρι άνοιξε την τηλεόραση και γύρισε τα κουμπιά.
Το αγόρι κάθισε στον καναπέ να δει. Άναψε τσιγάρο, κοίταξε γύρω, και πέταξε το σπίρτο στο χορτάρι.
Το κορίτσι κάθισε στο κρεβάτι. Έβγαλε τα παπούτσια της και ξάπλωσε. Της φάνηκε πως διέκρινε κάποιο αστέρι.
«Έλα δω, Τζακ. Δοκίμασε το κρεβάτι. Φέρε ένα από αυτά τα μαξιλάρια» είπε το κορίτσι.
«Πως είναι;» είπε αυτός.
«Δοκίμασέ το» είπε αυτή.
Το αγόρι κοίταξε τριγύρω. Το σπίτι ήταν σκοτεινό.
«Νιώθω περίεργα» είπε. «Πάω να δω αν είναι κανείς στο σπίτι».
Το κορίτσι αναπήδησε στο κρεβάτι.
«Δοκίμασέ το πρώτα» είπε.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι κι έβαλε το μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι του.
«Πως σου φαίνεται;» τον ρώτησε.
«Καλά βαστάει» είπε αυτός.
Γύρισε στο πλάι κι έφερε το χέρι της στο πρόσωπό του.
«Φίλησέ με» του είπε.
«Ας σηκωθούμε» είπε αυτός.
Έκλεισε τα μάτια της. Τον κράτησε.
Εκείνος είπε: «Πάω να δω αν είναι κανείς στο σπίτι»
Όμως απλώς ανακάθισε κι έμεινε εκεί, κάνοντας πως βλέπει τηλεόραση.
Φώτα άναψαν στα σπίτια πάνω και κάτω στο δρόμο.
«Πλάκα θα ΄χε να» είπε το κορίτσι, χαμογέλασε, μα δεν αποτελείωσε.
Το αγόρι γέλασε, χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο, άναψε τη λάμπα.
Το κορίτσι έδιωξε ένα κουνούπι, και τότε το αγόρι σηκώθηκε κι έχωσε το πουκάμισο στο παντελόνι του.
«Πάω να δω αν είναι κανείς στο σπίτι» είπε. «Δε νομίζω να ‘ναι κανείς. Αν είναι όμως, θα ρωτήσω πόσο πάνε τα πράγματα».
«Ό,τι κι αν σου ζητήσουν, πρόσφερε δέκα δολάρια λιγότερα. Πιάνει πάντα» είπε το κορίτσι. «Εκτός αυτού, θα πρέπει να έχουν μεγάλη ανάγκη».
«Ωραία τηλεόραση» είπε το αγόρι.
«Ρώτα τους πόσο πάει» είπε το κορίτσι.

Ο άντρας μπήκε στο προαύλιο με μια τσάντα ψώνια. Είχε σάντουιτς, μπίρες, ουίσκι. Είδε το αμάξι στο μικρό δρομάκι και το κορίτσι στο κρεβάτι. Είδε την τηλεόραση να παίζει και το αγόρι στη βεράντα.
«Γεια» είπε ο άντρας στο κορίτσι. «Βρήκατε το κρεβάτι. Ωραία».
«Γεια» είπε το κορίτσι, και σηκώθηκε. «Το δοκίμαζα». Χτύπησε με το χέρι της το κρεβάτι. «Ωραίο κρεβάτι».
«Καλό κρεβάτι» είπε ο άντρας. Ακούμπησε κάτω την τσάντα κι έβγαλε τις μπύρες και το ουίσκι.
«Νομίσαμε πως δεν είναι κανείς εδώ» είπε το αγόρι. «Ενδιαφερόμαστε για το κρεβάτι κι ίσως για την τηλεόραση. Μπορεί και για το γραφείο. Πόσα θέλετε για το κρεβάτι;»
«Για το κρεβάτι έλεγα πενήντα δολάρια» είπε ο άντρας.
«Θα παίρνατε σαράντα;» ρώτησε το κορίτσι.
«Τα παίρνω και τα σαράντα» είπε ο άντρας.
Έβγαλε ένα ποτήρι από την κούτα. Έβγαλε την εφημερίδα απ’ το ποτήρι. Έστριψε το πώμα από το ουίσκι.
«Για την τηλεόραση;» είπε το αγόρι.
«Είκοσι πέντε»
«Θα παίρνατε δεκαπέντε;» είπε το κορίτσι.
«Δεκαπέντε, εντάξει. Τα παίρνω και τα δεκαπέντε» είπε ο άντρας. Το κορίτσι κοίταξε το αγόρι.
«Θα πιείτε ένα ποτό, παιδιά;» είπε ο άντρας. «Ποτήρια θα βρείτε σ’ αυτό το κουτί. Εγώ θα καθίσω στον καναπέ».

Το αγόρι βρήκε δυο ποτήρια κι έβαλε ουίσκι.
«Φτάνει» είπε το κορίτσι. «Εγώ θέλω λίγο νερό στο δικό μου».
Πήρε μια καρέκλα κι έκατσε στο τραπέζι της κουζίνας.
«Νερό έχει εκείνη η κάνουλα» είπε ο άντρας. «Άνοιξε την κάνουλα».
Το αγόρι επέστρεψε με το νερωμένο ουίσκι. Ξερόβηξε και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Χαμογέλασε. Αλλά δεν ήπιε γουλιά από το ποτήρι του.
Ο άντρας έριξε μια ματιά στην τηλεόραση. Τελείωσε το ποτό του κι άρχισε άλλο ένα. Έσκυψε να ανάψει το λαμπατέρ. Και τότε το τσιγάρο του γλίστρησε απ’ τα χέρια του κι έπεσε ανάμεσα στα μαξιλάρια.
Το κορίτσι σηκώθηκε να τον βοηθήσει να το βρει.
«Τι θέλεις, λοιπόν;» είπε το αγόρι στο κορίτσι.
Το αγόρι έβγαλε ένα μπλοκ επιταγών και το κράτησε στα χείλη του σαν να σκεφτόταν.
«Θέλω το γραφείο» είπε το κορίτσι. «Πόσο πάει το γραφείο;»
Ο άντρας κούνησε το χέρι του σ’ αυτή την παράλογη ερώτηση.
«Πες εσύ ένα νούμερο» της είπε.
Τους κοίταζε που κάθονταν στο τραπέζι. Στο φως της λάμπας, κάτι υπήρχε στο πρόσωπό τους. Κάτι καλό ή κάτι πρόστυχο. Δεν μπορούσε να πει.

«Λέω να κλείσω την τηλεόραση και να βάλω κανα δίσκο» είπε ο άντρας. «Και το πικάπ. Φτηνά. Κάντε μου μια προσφορά».
Έβαλε κι άλλο ουίσκι κι άνοιξε μια μπίρα.
«Όλα τα δίνω» είπε ο άντρας.
Το κορίτσι έτεινε το ποτήρι της κι ο άντρας σερβίρισε.
«Ευχαριστώ» είπε το κορίτσι. «Είστε πολύ καλός».
«Σε βαράει στο κεφάλι» είπε το αγόρι. «Μου ‘κανε κεφάλι».
Σήκωσε το ποτήρι του και το κούνησε.
Ο άντρας τελείωσε το ποτό του κι έβαλε άλλο ένα, και μετά βρήκε το κουτί με τους δίσκους.
«Διάλεξε ό,τι θες» είπε στο κορίτσι, κι έβαλε μπροστά της τους δίσκους.
Το αγόρι έγραψε την επιταγή.
«Ορίστε» είπε το κορίτσι, πιάνοντας κάτι, οτιδήποτε, μια και δεν ήξερε τα ονόματα αυτών των εταιριών. Σηκώθηκε απ’ το τραπέζι και ξανακάθισε. Δεν μπορούσε να μείνει ακίνητη.
«Είναι πληρωτέα άμεσα» είπε το αγόρι.
«Εντάξει» είπε ο άντρας.
Ήπιαν. Άκουσαν το δίσκο. Έπειτα ο άντρας έβαλε άλλον.
«Γιατί δεν χορεύετε, παιδιά;» του ήρθε να πει, και έπειτα το είπε. «Γιατί δεν χορεύετε;»
«Καλύτερα όχι» είπε το αγόρι.
«Άντε» είπε ο άντρας. «Δική μου είναι η αυλή. Χορέψτε, αν θέλετε».

Αγκαλιασμένοι, με τα κορμιά τους κολλημένα, το αγόρι και το κορίτσι πήγαιναν πάνω κάτω στο μικρό δρομάκι. Χόρευαν. Κι ύστερα ο δίσκος τέλειωσε, έβαλαν άλλον, κι όταν τέλειωσε κι αυτός, το αγόρι είπε: «Είμαι μεθυσμένος».
«Δεν είσαι μεθυσμένος» είπε το κορίτσι.
«Ε, είμαι μεθυσμένος» είπε το αγόρι.
Ο άντρας γύρισε το δίσκο από την άλλη πλευρά, και το αγόρι είπε «Είμαι».
«Χόρεψε μαζί μου» είπε το κορίτσι στο αγόρι και μετά στον άντρα, κι όταν ο άντρας σηκώθηκε όρθιος, πήγε κοντά του με τα χέρια της ορθάνοιχτα.

«Εκείνοι εκεί πέρα μας κοιτάζουν» είπε το κορίτσι.
«Δεν πειράζει» είπε ο άντρας. «Σπίτι μου είναι» είπε.
«Δεν πα’ να κοιτάζουν» είπε το κορίτσι.
«Σωστά» είπε ο άντρας. «Νόμιζαν πως τα είχαν δει όλα εδώ πέρα. Αυτό όμως δεν το είχαν δει, έτσι;» είπε.
Ένιωθε την ανάσα της στο λαιμό του.
«Ελπίζω να σου αρέσει το κρεβάτι σου» της είπε.
Το κορίτσι έκλεισε κι ύστερα άνοιξε τα μάτια της. Ακούμπησε το πρόσωπό της στον ώμο του. Τον τράβηξε πάνω της.
«Θα πρέπει να έχεις μεγάλη ανάγκη» του είπε.

Εβδομάδες αργότερα, το κορίτσι έλεγε: «Ο τύπος ήταν θα ‘λεγα μεσήλικας. Όλα του τα πράγματα ήταν έξω στην αυλή. Σοβαρά. Ήπιαμε του σκοτωμού και χορέψαμε. Στο μικρό δρομάκι. Ω, θεέ μου. Μη γελάτε. Μας έπαιξε πολλούς δίσκους. Κοιτάξτε το πικάπ. Ο γέρος μας το έδωσε. Κι όλη αυτή τη σαβούρα, τους δίσκους. Δε βλέπετε τι μαλακίες είναι;»
Τα είπε πολλές φορές. Τα διηγήθηκε σε όλους. Υπήρχαν κι άλλα, και προσπαθούσε να τα ξεδιαλύνει. Έπειτα από λίγο, παράτησε την προσπάθεια.

♦♦♦

Από τη συλλογή διηγημάτων «Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη» του Ρέυμοντ Κάρβερ. Εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ

http://wp.me/pTiK1-6RJ

Advertisements

πες κάτι επιτέλους!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: