Κρυφές στοές

… υπόγειες διαδρομές

Μια Βραδιά με τον Beckett

DSC_1413Δεν έχω διαβάσει ποτέ Beckett, αν και νομίζω ότι πριν χρόνια είχα δει μια ερασιτεχνική παράσταση του «Περιμένοντας τον Γκοντό». Όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσω μια συζήτηση του Paul Auster με τον Edward Albee για τον μεγάλο συγγραφέα, πέταξα τη σκούφια μου. Βρέθηκα σε μια αποθήκη 3ου ορόφου, αχανή, ασβεστωμένη, με μεγάλες κολώνες , σαν κι αυτές που βλέπουμε στις ταινίες. Μια μικρή εξέδρα στη μέση και σπαστές καρέκλες.

Απαιτήθηκε όχι μικρή προσπάθεια για να παρακολουθήσω τον -πολύ προχωρημένης ηλικίας-   Albee , αλλά ήταν το απόλυτο comic relief με τις ατάκες του, το βιτριολικό χιούμορ του και τα διαυγή εύστοχα σχόλιά του. Ο Auster ήταν μια αποκάλυψη/απόλαυση και το όλο εγχείρημα εξαιρετικά ενδιαφέρον ακόμα και για κάποια σαν εμένα που δεν ήμουν μυημένη στο έργο του μεγάλου Ιρλανδού συγγραφέα. Απόψεις,  ιστορίες, ανέκδοτα,από αυτά που ξετρελένουν το κοινό που αγαπά την λογοτεχνία, όπως η πρώτη συνάντηση του Beckett με τον μετέπειτα εκδότη του στην Αμερική. Κάπου στη μέση της συζήτησης, ο Paul Auster διάβασε ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα Watt.

(θα χρειαστείτε ακουστικά γιατί οι συνθήκες της ηχογράφησης δεν ήταν οι καλύτερες, αλλά το αποτέλεσμα θα σας αποζημιώσει)

«Personally of course I regret everything. Not a word, not a deed, not a thought, not a need, not a grief, not a joy, not a girl, not a boy, not a doubt, not a trust, not a scorn, not a lust, not a hope, not a fear, not a smile, not a tear, not a name, not a face, no time, no place, that I do not regret, exceedingly. An ordure, from beginning to end. And yet, when I sat for Fellowship, but for the boil on my bottom… Then rest, an ordure. The Tuesday scowls, the Wednesday growls, the Thursday curses, the Friday howls, the Saturday snores, the Sunday yawns, the Monday morns, the Monday morns. The whacks, the moans, the cracks, the groans, the welts, the squeaks, the belts, the shrieks, the pricks, the prayers, the kicks, the tears, the skelps, and the yelps. And the poor old lousy old earth, my earth and my father’s and my mother’s and my father’s father’s and my mother’s mother’s and my father’s mother’s and my mother’s father’s and my father’s mother’s father’s and my mother’s father’s mother’s and my father’s mother’s mother’s and my mother’s father’s father’s and my father’s father’s mother’s and my mother’s mother’s father’s and my father’s father’s father’s and my mother’s mother’s mother’s and other people’s father’s and mother’s and father’s father’s and mother’s mother’s and father’s mother’s and mother’s father’s and father’s mother’s father’s and mother’s father’s mother’s and father’s mother’s mother’s and mother’s father’s father’s and father’s father’s mother’s and mother’s mother’s father’s and father’s father’s father’s and mother’s mother’s mother’s. An excrement. The crocuses and the larch turning green every year a week before the others and the pastures red with uneaten sheep’s placentas and the long summer days and the new-mown hay and the wood-pigeon in the morning and the cuckoo in the afternoon and the corncrake in the evening and the wasps in the jam and the smell of the gorse and the look of the gorse and the apples falling and the children walking in the dead leaves and the larch turning brown a week before the others and the chestnuts falling and the howling winds and the sea breaking over the pier and the first fires and the hooves on the road and the consumptive postman whistling The Roses Are Blooming in Picardy and the standard oil-lamp and of course the snow and to be sure the sleet and bless your heart the slush and every fourth year the February debacle and the endless April showers and the crocuses and then the whole bloody business starting all over again. A turd. And if I could begin again it all over again, knowing what I know now, the result would be the same. And if I could begin again a third time, knowing what I would know then, the result would be the same. And if I could begin it all over again a hundred times, knowing each time a little more than the time before, the result would always be the same, and the hundredth life as the first, and the hundred lives as one. A cat’s flux. But at this rate we shall be here all night.

To σχόλιο του Albee που ακολούθησε ήταν: «αυτό το απόσπασμα θυμίζει σε όλους μας κάτι πάρα πολύ σημαντικό· πόσο εξαιρετικός «συνθέτης» ήταν ο Beckett. Ακούγοντας την πρόζα του, σταματάει να είναι πρόζα γίνεται μουσική, όχι ποίηση, αλλά μουσική.»

Φεύγοντας από την εκδήλωση, αγόρασα το Watt. Περιμένω την κατάλληλη ευκαιρία που με ησυχία θα το ακούσω.

Υ.Γ.: «Γκοντό» λεγόταν ο οδηγός της μοναδικής γραμμής λεωφορείου που συνέδεε το προάστιο που έμενε ο Beckett με το Παρίσι. Συνήθως τον περίμεναν στην στάση αρκετή ώρα.

http://wp.me/pTiK1-728

Advertisements

πες κάτι επιτέλους!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: