Κρυφές στοές

… υπόγειες διαδρομές

εκεί έξω, πέρα, πέρα μακριά

Το διαβάζω με απελπιστικά αργούς ρυθμούς. Που και που τσακίζω κάποιες σελίδες. Κι είπα να μοιραστώ αυτό μαζί σας. Νομίζω ταιριάζει πολύ στο μαύρο μας χειμώνα.

DSC_0531

«Έτσι πήγαν – πήγαν εκεί πέρα, πέρα μακρία… Κολυμπούσαν και κολυμπούσαν, τέσσερα εύπιστα αμφίβια καθ’ οδόν προς μακρινά συστήματα, προς τα σύννεφα που ζούσαν κει που ο ουρανός συναντούσε τη θάλασσα. Ο Κιθ κολυμπούσε στο πλευρό της Λίλι. Έδινε όσο λιγότερη προσοχή μπορούσε σ’ όλους τους καρχαρίες, τα μπαρακούντα, τα γιγάντια χταπόδια, τους ξιφίες, τους κροκόδειλους, τους λεβιάθαν, και ούτω καθεξής, που ελίσσονταν ακριβώς  από κάτω· τούτα τα πλάσματα, φαντάστηκε σύντομα, έπαιζαν αμπεμπαμπλόμ με τα τέσσερα ζευγάρια πόδια – τα δικά τους πόδια, τα ψημένα και ζουμερά. Και σύντομα ο τρόμος έγινε αφηρημένος και τον μετρίασε μια ιλαρή διάθεση απέναντι στο νερό που τον στήριζε με το βάρος του, απέναντι στην τρελή απόσταση απ’ τον γιαλό, απέναντι στον ορίζοντα που, κοφτερός και ευθύς σαν ξυράφι, προσπαθούσε παρ’ όλα αυτά να του στείλει ένα τρομερό μήνυμα σχετικά με την καμπυλότητα της Γης.
Κατά τα φαινόμενα υα κολυμπούσαν ως την Αλβανία και τις χρυσές της άμμους. Όμως πρώτα η Σεχραζάντ έκανε μεταβολή, ύστερα η Λίλι και μετά ο Κιθ· κι όταν τελικά έσυρε το μεγάλο του βάρος έξω από το νερό (ήταν σαν να κατέβαινε από το τραμπολίνο), η Γκλόρια ήταν ακόμα εκεί έξω, πολύ, πολύ μακριά, μια μαύρη κουκίδα στο πρασινωπό μπλε.
«Γύρισε» είπε η Σεχραζάντ. «Νομίζω ότι γύρισε».
Ο Κιθ κάθησε στα βράχι και φόρεσε ξανά, δύσπιστα, τη χειροπέδη του ρολογιού του (δεν είχε καλά καλά μεσημεριάσει) και κάπνισε ένα Ντισκ Μπλε, που το αλάτι και το όζον το ‘κάναν πιο έντονο… Η μητέρα του Τίνα: συνήθιζε να ξανοίγεται εκεί έξω, πέρα, πέρα μακριά. Κάθε αίθρια καλοκαιρινή μέρα έπαιρνε τα παιδιά στην παραλία, και κάποια στιγμή σηκωνόταν από την πετσέτα της και ξανοιγόταν εκεί έξω, πέρα, πέρα μακριά. Ο Κιθ παρακολουθούσε πάντα με θαυμασμό, και δίχως αγωνία, το σίγουρο πρόσθιό της, ξαθώς η μητέρα του προσπερνούσε το κύτος του αγκυροβολημένου τάνκερ και χανόταν πέρα από την άκρη του κόσμου. Ο Νίκολας ήταν εφτά χρονών, ο Κιθ τεσσάρων, και η κοιμησμένη αδελφή τους, που έπρεπε, υποτίθεται, να την φυλάνε, ήταν ίσως έντεκα μηνών. Η Βάιολετ, που τη φυλούσαν υποτίθεται, όταν έφευγε η μητέρα τους για εκεί έξω, πέρα, πέρα μακριά. Και η Τίνα ήταν τότε μόλις εικοσιπέντε. Εικοσιπέντε χρονών…
Η Γκλόρια βγήκε προχωρώντας στα ρηχά – υπό σκόρπιες επευφημίες. Πέντε λεπτά αργότερα η Σεχραζάντ πήγε με το πάσο της ως τα βράχια (η Λίλι ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα, με το κεφάλι της στραμένο προς την άλλη μεριά) και είπε ήρεμα:
«Στην κρεβατοκάμαρα μετά το διαμέρισμα. Υπάρχει έξοδος που βγάζει στη βορινή σκάλα… Αν τα πράγματα πάνε απ’ το κακό στο χειρότερο».
Αυτός κατένευσε.
«Αν και θα ακουστεί ‘κάπως’, μπορούμε να πούμε ότι ήμασταν έξω, στη δυτική πεζούλα, και κοιτούσαμε τ’ αστέρια».
Προχώρησε ξανά, μ’ εκείνο το παράξενο βήμα σαν να αιωρούταν, με τις ωμοπλάτες υψωμένες και με τις φτέρνες της πάνω στην άμμο και τα βότσαλα.
Πόσο μακριά ήταν ο ορίζοντας; Ο Κιθ φανταζόταν ότι έπρεπε τούτη η απόσταση, ως το σημείο καμπυλότητας, να είναι σταθερή για κάθε παρατηρητή σε κάθε επίπεδη ακτή. Κι αυτό ήταν το τρομερό. Αν έφτανες ως εκεί, αν το διέσχιζες και κοιτούσες πίσω, τότε, όπως έλεγαν οι ναυτικοί, βύθιζες το σημείο αναχώρησης σου – βύθιζες τη στεριά, βύθιζες την Ιταλία και το κάστρο και την κάμαρα μετά το διαμέρισμα.»

ΜΑΡΤΙΝ ΕΪΜΙΣ, Το Καλοκαίρι του Έρωτα, εκδ. Μεταίχμιο

σελιδοδείκτης http://wp.me/pTiK1-77m

Advertisements

πες κάτι επιτέλους!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: