Κρυφές στοές

… υπόγειες διαδρομές

Category Archives: Λογοτεχνία

Χρόνος και διάλυση



«Believe me, my dear fellow, time and dissipation are the two sovereign remedies. In the end, the heart grows callous, and then one ceases to suffer. This is no new truth; I am aware that Alfred de Musset would have put it better. But of all the old sayings, handed down from generation to generation, this is one of the eternal verities. That pure passion of which you dream is, like friendship, only  a myth. Forget your idol for the sake of some light of love. If the ideal woman eludes you, take a fancy to the shapely limbs of some circus girl.
There is no God. There is no moral law. Nothing exists of all we were taught to reverence. We have but one short life, from which it is reasonable to extract all the pleasure we can, while we wait the final horror of death. […] I believe in nothing and nobody».

Pierre Loti, Aziyade

Η Σκιά του Παζολίνι


We all drift silently in a world of shadows.
The right night, a place I know. The station hunkers in the heart of this city.
Without a history.
We are all without a history, because we are overwhelmed by it. By the lack of reason, in a civil society that is breaking up, forgetting everything.
The Romans were builders of roads. I, who am a foreigner, travel them. I seek a familiarity that I will not find, I already know that, but it is enough for me to seek it: It is an uncodified move, a journey with eyes wide open. Rome is a body whose strong legs and dirty feet are known to me, hands quick to steal money from your pockets, hired sex, soft, dark hair, muscles that slither, breath that stinks of cigarette smoke and cheap liquor.
Roads. The houses like people: They have a worn, dusty nobility, in this Rome, that yields to time unsparingly. And time, silently, crumbles bricks, molds pavement, brushes bodies with the same gentle, profound caress that I would like to have or experience.
Roads. A troublesome object that I do not see on the asphalt, and the car jerks. A tire absorbs the jolt, smashing what lies beneath it and continuing on its way: maybe a small life has ended, perhaps only a shattered object. At the end of life, the two are equivalent.
Roads. Where I ran as a child there was dirt and grass. I splashed about up to my knees, happy. That time is gone.
Roads. The Romans were builders of roads, but that time is gone as well.
Piazza dei Cinquecento, legs spread, lies there waiting. The fools, those who can’t see, think they can rape her, possess her. But in this dark, nocturnal cavity they are lost, devoured, chewed up and spit out as small white bones. I, on the other hand, know. I know the secret, and will not get lost.
The station is a door: From there you go or return.
The station is a lady covered in rags, with garbage for jewels. She laughs, deceptively indulgent and defenceless, hiding the gnashing of her teeth behind the trains’ clatter. She whispers promises she will not keep, but she is always a mystery because men believe in lies and let themselves be lulled by them. Rome knows all secrets, protects all sins. It is a museum of sorrow and shame, where the executioner laughs at the victim whose head he is preparing to lop off, with no remorse whatsoever and with unbounded craving.
The little garden is a place of bones. It is a city of secrets, catacombs, buried memories replaced by artfully constructed recollections. But here, in the little bone garden, it is impossible to lie. There are places where the city reveals itself. It can do so because nobody really looks, no one sees anything except what he wants to see.
But I know.
I am aware of the fraud. I revealed the secret. Still, I am not a danger, since no one will believe me. Rome ca do this: display the truth, make it her whore, and sell it to the highest bidder.
Ghosts crouch in the little bone garden.

We all drift along, silent, alone.
it’s like a breath I am lacking, that I continue to look for, driving around aimlessly, with eyes that see in the dark, matching profiles and desires. Desire fulfilled is a simulated death. And like every death, it examines the meaning of life retrospectively, transforming it into myth. Desire is the articulation of a solitude form which I will not emerge, except at the instant of an embrace. A moment, a caress, a body that responds like an object, in the unreasoning workings of sensation.
I have a powerful, expensive car. I pull up, knowing I’ve been spotted.
In Piazza dei Cinquecento, I drive around the heart, mine, that of the city.
At the drink stand, there’s a fat, sweaty man. He is an actor made for the part, as if in the entire city, in all the stands of Rome, there were only variations of that same role, in male or female versions. Performing spectres, full of life that I cannot think of as sentient, with open shirts, oil stains on their undershirts, hands gripping the glass, squeezing the life out of it before handing it to the customer. And the customer, a young man with heavy cigarette breath, his curls straightened to look more gorgeous and his beard pointlessly shaved to make him appear older, takes the glass without bothering to be polite. Rome is not polite. Rather, she is a slut, astute and well aware of her urges, who when caught with her hands in the till absolves herself by displaying her illustrious medals: Nero’s crown, the Colosseum’s stones, grass, cats, the Pope, political figures. They have all lied. All of them. Including the cats.
I have an expensive car, that is known here, which does not necessarily make me one of the family. I am the rich uncle: My eccentric manias are tolerated as long as I bring money. My gaze is not heavy. It skims, in order to procure what I need: targets with curly hair. Shoes with a wedge, to appear taller. Sweaters tight across the chest, in colours like small suns in the night. I wonder what life drifts through those heads. But it doesn’t matter to me. It really doesn’t matter to me. The thoughts are mine. The body I look for elsewhere. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου



«…βρισκόταν πάντα φυλακισμένος και το κελί του ήταν μια ολόκληρη πόλη, μια ολόκληρη χώρα. […] μονάχα η θάλασσα αποτελούσε μια έξοδο, αλλά κι αυτή η έξοδος ήταν κλεισμένη με τα τεράστια κλειδιά της γραφειοκρατίας, που ‘ταν και τα χειρότερα. Εκείνη την εποχή υπήρχε έξαρση στη γραφειοκρατία, μια παγκόσμια πλημμύρα από άχρηστα χαρτιά, γεμάτα σφραγίδες, χαρτόσημα, υπογραφές και προσυπογραφές, των οποίων τα ονόματα εξαντλούσαν τα συνώνυμα της «άδειας», του βιβλιαρίου, του διαβατηρίου κι όλες τις άλλες λέξεις, που θα μπορούσαν να σημαίνουν ότι επιτρέπεται η μετακίνηση από τη μια χώρα στην άλλη, από τη μια επαρχία στην άλλη και πολλές φορές από τη μια πόλη στην άλλη. Οι εφοριακοί, οι εισπράχτορες δικαιωμάτων, διοδίων, δημοτικών φόρων και οι τελωνειακοί του παλιού καιρού δεν ήταν παρά μια γραφική προαναγγελία του στρατού των αστυνομικών και πολιτικών, που τώρα ξεφύτρωναν παντού, οι μεν από το φόβο της Επανάστασης κι οι δεν απ’ το φόβο της αντι-Επανάστασης, για να περιορίσουν την ελευθερία του ατόμου, σε ό,τι αφορούσε την πρωταρχική και γόνιμη δυνατότητα της μετακίνισης πάνω στον πλανήτη, που του ΄τυχε να κατοικεί. […] είχε πανικοβληθεί, άναβε απ’ το θυμό στη σκέψη πως ο άνθρωπος, αρνούμενος τον προγονικό νομαδισμό του, θα ‘πρεπε να υποτάξει την κυρίαρχη επιθυμία του για μετακίνηση σ’ ένα χαρτί«.

Αλέχο Καρπεντιέρ, Ο αιώνας των φώτων, 1962
μτφρ. Ι. Κανσή – Β. Τράπαλη, Εξάντας 1986


εκεί έξω, πέρα, πέρα μακριά

Το διαβάζω με απελπιστικά αργούς ρυθμούς. Που και που τσακίζω κάποιες σελίδες. Κι είπα να μοιραστώ αυτό μαζί σας. Νομίζω ταιριάζει πολύ στο μαύρο μας χειμώνα.


«Έτσι πήγαν – πήγαν εκεί πέρα, πέρα μακρία… Κολυμπούσαν και κολυμπούσαν, τέσσερα εύπιστα αμφίβια καθ’ οδόν προς μακρινά συστήματα, προς τα σύννεφα που ζούσαν κει που ο ουρανός συναντούσε τη θάλασσα. Ο Κιθ κολυμπούσε στο πλευρό της Λίλι. Έδινε όσο λιγότερη προσοχή μπορούσε σ’ όλους τους καρχαρίες, τα μπαρακούντα, τα γιγάντια χταπόδια, τους ξιφίες, τους κροκόδειλους, τους λεβιάθαν, και ούτω καθεξής, που ελίσσονταν ακριβώς  από κάτω· τούτα τα πλάσματα, φαντάστηκε σύντομα, έπαιζαν αμπεμπαμπλόμ με τα τέσσερα ζευγάρια πόδια – τα δικά τους πόδια, τα ψημένα και ζουμερά. Και σύντομα ο τρόμος έγινε αφηρημένος και τον μετρίασε μια ιλαρή διάθεση απέναντι στο νερό που τον στήριζε με το βάρος του, απέναντι στην τρελή απόσταση απ’ τον γιαλό, απέναντι στον ορίζοντα που, κοφτερός και ευθύς σαν ξυράφι, προσπαθούσε παρ’ όλα αυτά να του στείλει ένα τρομερό μήνυμα σχετικά με την καμπυλότητα της Γης.
Κατά τα φαινόμενα υα κολυμπούσαν ως την Αλβανία και τις χρυσές της άμμους. Όμως πρώτα η Σεχραζάντ έκανε μεταβολή, ύστερα η Λίλι και μετά ο Κιθ· κι όταν τελικά έσυρε το μεγάλο του βάρος έξω από το νερό (ήταν σαν να κατέβαινε από το τραμπολίνο), η Γκλόρια ήταν ακόμα εκεί έξω, πολύ, πολύ μακριά, μια μαύρη κουκίδα στο πρασινωπό μπλε.
«Γύρισε» είπε η Σεχραζάντ. «Νομίζω ότι γύρισε». Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η Διαθήκη της Μαρίας

Μετά τη σταύρωση του γιου της, η Μαρία καταφεύγει στην Έφεσσο όπου κρύβεται φοβούμενη για την δική της ζωή. Όταν  ξεκινά η αφήγηση τα χρόνια έχουν περάσει, είναι πια μια ηλικιωμένη γυναίκα που περιμένει το θάνατο σαν λύτρωση. Δύο άνδρες την επισκέπτονται συνέχεια και την αναγκάζουν να διηγείται ξανά και ξανά την ιστορία της – πως βίωσε τις τελευταίες μέρες του γιού της (που παραμένει χωρίς όνομα μέχρι το τέλος), να δίνει τη δική της μαρτυρία ώστε να μπορέσουν αυτοί να την ξαναγράψουν για ν’ αλλάξουν τον κόσμο.


Ένα λεπτό βιβλιαράκι μόλις 104 σελίδων, μ’ ένα υπέροχο εξώφυλλο, το ξεχώρισα αμέσως ανάμεσα στα αρκετά που είχε ο Μανώλης μαζί του στις μίνι διακοπές μας. Άρχισα να το διαβάζω μόλις το έπιασα στα χέρια μου και στην ουσία το ξανάφησα μόνο αφού είχα διαβάσει και την τελευταία του λέξη. «Η Διαθήκη της Μαρίας» είναι η ιστορία που ξέρεις ήδη, ειδωμένη με μια άλλη ματιά, αλλά ταυτόχρονα είναι και κάτι άλλο, πολύ πιο μεγάλο και μοναδικά δυνατό. Εϊναι λάθος η αναφορά  στη θρησκευτικότητα των προσώπων και ο χαρακτηρισμός τους μέσα από αυτή. Ο γιος της Μαρίας -κι όχι της Παρθένου- είναι ο Ιησούς, όχι ο Χριστός κι αυτή είναι η βάση στην οποία πατάς για ν΄αντιληφθείς το μεγαλείο του κειμένου που έχεις στα χέρια σου. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η κρυφή -ποπ- πλευρά του Κάφκα

Τα γερμανικά μου δεν βοηθάνε ιδιαίτερα, εντάξει δεν βοηθάνε καθόλου. Από ότι έμαθα S. Fischer είναι ένας μεγάλος γερμανικός εκδοτικός οίκος. Δεν μόρεσα να βρω στοιχεία για το ποιος σχεδίασε τα εξώφυλλα. Αλλά δεν έχει σημασία. Ήθελα να σας δείξω αυτό:

9_1_row2 Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

I am human and I need to be loved


Ποια είσαι; Τι κάναμε ο ένας στον άλλον;
Αυτά αναρωτιέται ο Nick Dunne το πρωί της πέμπτης επετείου του γάμου του, το πρωί που η γυναίκα του Amy ξαφνικά εξαφανίζεται. Η αστυνομία τον υποπτεύεται. Οι φίλοι της Amy αποκαλύπτουν ότι τον φοβόταν και κρατούσε μυστικά από αυτόν. Αυτός ορκίζεται ότι δεν είναι αλήθεια. Η έρευνα της αστυνομίας στον υπολογιστή του φανερώνει περίεργες αναζητήσεις. Λέει ότι δεν τις έχει κάνει αυτός. Κι υπάρχουν τα επίμονα τηλεφωνήματα στο κινητό του.
Λοιπόν, τι συνέβη στην όμορφη σύζυγό του;

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

I, Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας

«Ένα μυθιστόρημα είναι το μόνο μέρος στον κόσμο όπου δύο άγνωστοι μπορούν να συναντηθούν με όρους απόλυτης οικειότητας. Ο αναγνώστης και ο συγγραφέας κάνουν μαζί το βιβλίο. Δεν υπάρχει άλλη τέχνη που να μπορεί να το κάνει αυτό. Δεν υπάρχει άλλη τέχνη που να μπορεί να συλλάβει την ουσιαστική εσωτερικότητα της ανθρώπινης ζωής.» [ Paul Auster]

Κι αλίμονο αν εσύ κι ο συγγραφέας ήταν γραφτό ν’ ανταμώσετε.

Stitched Panorama


Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μια Βραδιά με τον Beckett

DSC_1413Δεν έχω διαβάσει ποτέ Beckett, αν και νομίζω ότι πριν χρόνια είχα δει μια ερασιτεχνική παράσταση του «Περιμένοντας τον Γκοντό». Όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσω μια συζήτηση του Paul Auster με τον Edward Albee για τον μεγάλο συγγραφέα, πέταξα τη σκούφια μου. Βρέθηκα σε μια αποθήκη 3ου ορόφου, αχανή, ασβεστωμένη, με μεγάλες κολώνες , σαν κι αυτές που βλέπουμε στις ταινίες. Μια μικρή εξέδρα στη μέση και σπαστές καρέκλες.

Απαιτήθηκε όχι μικρή προσπάθεια για να παρακολουθήσω τον -πολύ προχωρημένης ηλικίας-   Albee , αλλά ήταν το απόλυτο comic relief με τις ατάκες του, το βιτριολικό χιούμορ του και τα διαυγή εύστοχα σχόλιά του. Ο Auster ήταν μια αποκάλυψη/απόλαυση και το όλο εγχείρημα εξαιρετικά ενδιαφέρον ακόμα και για κάποια σαν εμένα που δεν ήμουν μυημένη στο έργο του μεγάλου Ιρλανδού συγγραφέα. Απόψεις,  ιστορίες, ανέκδοτα,από αυτά που ξετρελένουν το κοινό που αγαπά την λογοτεχνία, όπως η πρώτη συνάντηση του Beckett με τον μετέπειτα εκδότη του στην Αμερική. Κάπου στη μέση της συζήτησης, ο Paul Auster διάβασε ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα Watt. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Κριτήρια: από που αγοράζετε βιβλία;

Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, πολύ προ κρίσης, ψωνίζω βιβλία, dvd και cd κυρίως από το Amazon. Ο λόγος απλός: είναι πολύ φθηνότερα. Εφόσον οι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι δεν θέλουν ή κατ’ άλλους δεν μπορούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, δεν είχα ποτέ δεύτερες σκέψεις. Μάζευα στο virtual καλάθι μου, περίμενα η παραγγελία να ξεπεράσει τις 25 λίρες και μετά έκανα check out.

H Amazon σταμάτησε να παρέχει δωρεάν παράδοση στην Ελλάδα για παραγγελίες άνω των 25 λιρών. Δεν έψαξα και δεν γνωρίζω γιατί. Από ότι βλέπω πήρε η μπάλα κι άλλες χώρες της Μεσογείου.


Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σπίτια δεν έχετε;

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΟ Ντέιβι Μπράντι είναι σχεδόν μεσήλικας, έχει μια καλή δουλειά, μια όμορφη σύζυγο. Είναι φωνακλάς, κάνει όχι και τόσο πετυχημένα αστεία και πειράγματα στους πάντες. Περιμένει την ερωμένη του στην παμπ και της έχει μια μεγάλη έκπληξη.

Η Μαίρη μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι γεμάτο καυγάδες και στα 17 της έζησε μια τραυματική εμπειρία. Τώρα τολμά να κάνει όνειρα μ’ έναν άνθρωπο που την σέβεται και την εμπιστεύεται. Και περιμένει ένα τηλεφώνημα.

Ο Τζο Ντόλαν είναι αναγκασμένος να ζει με τη μητέρα του, κάτω από το αφόρητο βάρος της καταπίεσης της που δεν τον αφήνει  ν’ ανοίξει τα φτερά του και να πάρει τη ζωή στα χέρια του. Σ’ ένα σάκο έχει όλα του τα υπάρχοντα καθώς κάθεται στην μπάρα.

Η Αμάντα Ρόμπερτς είναι νέα, όμορφη κι ανεξάρτητη. Έχει μόλις μετακομίσει στο καινούργιο μεγάλο διαμέρισμα με τις 2 συγκατοίκους της κι όλη η ζωή είναι μπροστά της. Λέει πως έχει μάθει  από νωρίς να μην εμπιστεύεται ποτέ τους άντρες, ενώ ετοιμάζεται να συναντήσει ακόμη έναν.

Ο Τζον Μάικλ ετοιμάζει την κιθάρα του. Δουλεύει στην παμπ ως σερβιτόρος, το μεγάλο του όνειρο όμως είναι να γίνει μουσικός.

Η Τρέισι Μπράντι είναι παγιδευμένη σ’ ένα γάμο που απέξω φαίνεται ιδανικός, όμως κρύβει ένα σωρό προβλήματα. Έχοντας κάνει ένα νέο ξεκίνημα στα μισά της έγγαμης ζωής, η ευτυχία της  ακόμα εξαρτάται από την επιπόλαιη ευμετάβλητη συμπεριφορά του συζύγου της κι αυτό που δεν μπορεί να αποκτήσει. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Κόλαση σκέτη…

Η αναγνωστική σχέση μου με τον Dan Brown ξεκίνησε το 2004 όταν είχε, ας πούμε, καταλαγιάσει λίγο ο θόρυβος και δανείστηκα τον «Κώδικα Ντα Βίντσι» από το βιβλιοπωλείο του θείου μου. Το διάβασα πολύ γρήγορα, σχεδόν μονορούφι και δεν έχω πρόβλημα να παραδεχτώ ότι μια μέρα πήγα στη δουλειά χωρίς να έχω κοιμηθεί καθόλου. Αν ξέρει ένα πράγμα να κάνει ο Brown αυτό είναι να κρατά ένα γρήγορο ρυθμό και να σε βομβαρδίζει με πληροφορίες όχι μόνο όταν εξελίσσει την πλοκή. Θα δούμε παρακάτω πως αυτό κατάντησε να λειτουργεί εις βάρος του. Παρόλο που δεν θα το έλεγες ακριβώς «καλογραμμένο» τo διασκέδασα, ψέματα να πω; Και μου κίνησε την περιέργεια για διάφορα θέματα. Ευθύς αμέσως ανακάλυψα ότι οι θεωρίες που διατύπωνε περί Αγίου Δισκοπότηρου δεν ήταν καθόλου πρωτότυπες και είχαν γραφτεί χρόοοονια πριν. Στην βιβλιοθήκη της μητέρας μου μάλιστα υπήρχαν και κάποιοι τίτλοι για τους Ναΐτες Ιππότες. Μέχρι τότε είχα υπόψη μου όλο το controversy , αλλά δεν είχα ασχοληθεί ποτέ να διαβάσω σοβαρά ούτε μια αράδα. Το καλό (ή κακό) με αυτά τα βιβλία είναι ότι όσο γρήγορα τα διαβάζεις, τόσο γρήγορα τα ξεχνάς. Προχώρησα κι εγώ στον George Bernard Shaw κι το ενδιαφέρον σχεδόν εξανεμίστηκε.

davincicodeFast Forward στην άνοιξη του 2006. Με την επικείμενη έξοδο της ομώνυμης ταινίας στις αίθουσες το «σκάνδαλο» αναζωπυρώνεται, λόγω του θορύβου (διαφήμισης για να το πούμε σωστά) που δημιουργεί η Καθολική Εκκλησία -και αρκετά λιγότερο οι δικοί μας που μοιράζουν φυλλάδια μετά τις Κυριακάτικες λειτουργίες. Το site στο οποίο ακόμα γράφω  που και που, ετοιμάζει μεγάλο αφιέρωμα και ανέλαβα τις ενότητες περί Λογοκλοπής, Αντιδράσεων της Εκκλησίας και  Αντίλογου στις θεωρίες και περιγραφές του μυθιστορήματος. Σπάνια θυμάμαι να έχω διασκεδάσει τόσο πολύ την «έρευνα» που έχω κάνει για κάτι που γράφω. Ξέθαψα άρθρα από εφημερίδες ελληνικές και ξένες, αγόρασα και διάβασα ένα από τα βιβλία που «ξεσκεπάζουν» τον Κώδικα (κοινώς τι βλακείες και ανακρίβειες γράφει ο Brown σ’ αυτόν) και τελικά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η μόνιμη επωδός <<Όλες οι περιγραφές των έργων τέχνης, της αρχιτεκτονικής, των εγγράφων και των μυστικών τελετών στο μυθιστόρημα αυτό είναι απόλυτα ακριβείς>> περιλαμβάνεται στο φιξιόν του βιβλίου· ή κάποιος ανεγκέφαλος στον εκδοτικό οίκο επιμένει να την γράφει κάθε φορά για να παίρνουμε ακόμα λιγότερο  σοβαρά τον συγγραφέα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ο Μπαμπάς μου που το έγραψε, έχει διαφορετική γνώμη Κύριε…

Εντάξει, ομολογουμένως δεν έχω καμία συναρπαστική ζωή αλλά ζω για κάτι τέτοια ανέκδοτα. Κυρίως όταν τα αφηγείται ένας από τους αγαπημένους μου ανθρώπους στον κόσμο όλο.


Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

24 Φεβρουαρίου

Πριν πολλά πολλά χρόνια είχα διαβάσει στο Έβδομο Ρούχο το ‘ομορφάδα μου‘.

Έκτοτε δεν έχω συναντήσει ποτέ πιο ωραία λέξη.

Gillespie And I

22_jane_harris_gillespie_and_iΛονδίνο 1933. Η καλιεργημένη και εκλεπτυσμένη Χάριετ Μπάξτερ, κοντά στα 80 πια, κάθεται στο διαμέρισμά της στο Bloomsbury  και γράφει τις αναμνήσεις της για  γεγονότα που συνέβησαν στη Γλασκώβη το 1888. Όντας ανύπαντρη «μεγαλοκοπέλα», ελεύθερη  πλέον από την υποχρέωση να φροντίζει την άρρωστη θεία της και με  ένα ετήσιο εισόδημα που της εξασφαλίζει άνετη διαβίωση ταξιδεύει ως εκεί για να χαρεί την ανεξαρτησία της και να επισκευτεί την Διεθνή Έκθεση. Σύντομα γνωρίζει τον νεαρό υποσχόμενο ζωγράφο Νεντ Γκιλέσπι και την πολυμελή οικογένειά του κι αρχίζει μια σχέση φιλίας που θα καθορίσει το μέλλον όλων. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«I thought it might sober me up to sit in a library»

Εχθές το βράδυ πίνοντας κοκτέηλ αλλά εντελώς νηφάλια, ανακοίνωσα στην παρέα την πρόθεσή μου να κουρευτώ αλά Daisy Buchanan/Carey Mulligan. Ίσως στο λίγο πιο μακρύ, ο Αλέξης κάνει θαύματα. Σήμερα το πρωί ο Θείος Θανάσης μου έστειλε αυτό:

O Francis Coradal-Cugat λόγιος και βιογράφος του F. Scott Fitzgerald είχε μια από τις πιο ολοκληρωμένες συλλογές εκδόσεων του The Great Gatsby (από pulp χαρτόδετα, κομψούς δερματόδετους τόμους μέχρι ξένες εκδόσεις) που εκτός των άλλων δίνουν μια σαφή εικόνα για τα 83 χρόνια  εξέλιξης στην σχεδίαση εξωφύλλων . Μετά το θάνατο του  Coradal-Cugat το 2008, η συλλογή -που αξίζει εκατομμύρια- στεγάζεται στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καρολίνας.  Είχε δηλώσει ότι κίνητρό του δεν ήταν ποτέ τα χρήματα. «Δεν αγοράζεις βιβλία ως επένδυση. Τα αγοράζεις γιατί σου δίνει ευχαρίστηση να τα διαβάζεις, να τα αγγίζεις, να τα βλέπεις στα ράφια σου.» Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Βιβλίο: Νέες Κυκλοφορίες 2013

Την Πέμπτη που μας πέρασε ήταν «παγκόσμια ημέρα βιβλίου», αλλά την έφαγε η μαρμάγκα λόγω επικαιρότητας. Με οδηγό την Guardian (άρα και ημερομηνίες που ισχύουν για την Γηραιά Αλβιόνα, αλλά όχι απαραίτητα και για το Ελλαδιστάν) ας πάρουμε μια γεύση για τις επερχόμενες λογοτεχνικές και μη κυκλοφορίες.

Για τις φίλες του Blog που αναζητούν τον δικό τους Christian Grey κι αναρωτιούνται αν υπάρχει στ΄αλήθεια (πραγματικά search terms) σε λίγες μέρες κυκλοφορεί το πρώτο μετά-Twilight μυθιστόρημα της Stephenie Meyer The Host, ένα sci-fi ρομάντζο που εκτυλύσσεται σε μια Γη κατακτημένη από Άλιεν (μπρρρ).

7262Μέσα στο Μάρτιο κυκλοφορεί και το νέο μυθιστόρημα του JM Coetzee, The Childhood of Jesus. Έχοντας διασχίσει τον ωκεανό, ένας άνδρας κι ένα παιδί φτάνουν σε μια νέα γη χωρίς καμία ανάμνηση του ποιοι είναι. Εκεί τους δίδεται όνομα και ηλικία και κρατούνται σ’ ένα στρατόπεδο μέχρι να μάθουν Ισπανικά, τη γλώσσα της νέας τους χώρας και μετά προωθούνται σ’ ένα κέντρο επανένταξης. Ο άνδρας πρέπει τώρα να ψάξει να βρει τη μητέρα του αγοριού. Ο Coetzee κατέχει μια μοναδική τιμή στο μικρόκοσμό μου. Είναι ο μοναδικός συγγραφέας του οποίου βιβλίο (Η Ατίμωση) σταματούσα να διαβάζω γιατί δεν ά ν τ ε χ α άλλο. Το The Childhood of Jesus ακούγεται εξίσου «ενοχλητικό». Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Distant Rain


Έχεις αναρωτηθεί ποτέ τι συμβαίνει σε όλα τα ποιήματα που γράφουν οι άνθρωποι; Τα ποιήματα που δεν αφήνουν ποτέ κανέναν να διαβάσει; Ίσως είναι πολύ ιδιωτικά και προσωπικά. Ίσως δεν είναι αρκετά καλά. Ίσως η προοπτική της έκφρασης από καρδιάς να φαντάζει αδέξια, ρηχή, ανόητη, ξιπασμένη, ζαχαρένια, μη αυθεντική, συναισθηματική, κοινότυπη, βαρετή, παραδουλευμένη, δυσνόητη, άσκοπη ή απλά αμήχανη, και αυτό είναι αρκετός λόγος για κάθε φιλόδοξο ποιητή να κρύψει τη δουλειά του από το κοινό για πάντα.

Φυσικά, πολλά από τα ποιήματα καταστρέφονται αμέσως. Καίγονται, κομματιάζονται, πετώνται στην λεκάνη της τουαλέτας. Μερικές φορές διπλώνονται σε μικρά τετραγωνάκια και σφηνώνονται στη γωνία ενός ασταθούς επίπλου. Άλλες κρύβονται πίσω από ένα χαλαρό τούβλο, ή πίσω από μια υδρορροή ή σφραγίζονται στο πίσω μέρος ενός ρολογιού, ή τοποθετούνται ανάμεσα στις σελίδες ενός αδιευκρίνιστου βιβλίου που πιθανότατα δεν θα ανοιχτεί ποτέ. Κάποιος μπορεί να τα βρει μια μέρα, αλλά μάλλον όχι. Η αλήθεια είναι ότι η αδιάβαστη αυτή ποίηση θα παραμείνει για πάντα ακριβώς αυτό (αδιάβαστη), καταδικασμένη να ενωθεί με ένα τεράστιο αόρατο ποτάμι απόβλητων που ρέει μακριά από τα προάστια. Ε, σχεδόν πάντα! Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Why don’t you dance?

Στην κουζίνα, έβαλε ακόμη ένα ποτό και κοίταξε την επίπλωση της κρεβατοκάμαρας στην μπροστινή αυλή του. Το στρώμα ήταν γυμνό και τα ριγέ χρωματιστά σεντόνια βρίσκονταν ακουμπισμένα δίπλα σε δύο μαξιλάρια, στη σιφονιέρα. Έξω από αυτή τη διαφορά, όλα έμοιαζαν πάνω κάτω όπως ήταν στην κρεβατοκάμαρα – κομοδίνο και πορτατίφ απ’ τη δική του μεριά του κρεβατιού, κομοδίνο και πορτατίφ απ’ τη δική της.
Η δική του πλευρά, η δική της πλευρά.
Αυτό σκεφτόταν ρουφώντας το ουίσκι του.
Η σιφονιέρα βρισκόταν κάνα δυο μέτρα απ’ το πόδι του κρεβατιού. Το πρωί είχε αδειάσει τα συρτάρια μέσα σε κούτες, κι είχε αφήσει τις κούτες στην τραπεζαρία. Δίπλα στη σιφονιέρα υπήρχε μια φορητή θερμάστρα. Μια καλαμένια καρέκλα με διακοσμητικό μαξιλάρι στεκόταν στο πόδι του κρεβατιού. Τα αστραφτερά αλουμινένια έπιπλα της κουζίνας ήταν τοποθετημένα στο μικρό δρομάκι δίπλα στην αυλή. Μια κίτρινη μουσελίνα, υπερβολικά μεγάλη, δώρο, σκέπαζε το τραπέζι και κρεμόταν στο πλάι. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια γλάστρα με φτέρη, κι ακόμη, ένα κουτί ασημένια μαχαιροπήρουνα κι ένα πικάπ, δώρα κι αυτά. Μια μεγάλη συσκευή τηλεόρασης-έπιπλο ακουμπούσε πάνω σ’ ένα χαμηλό τραπεζάκι, και κάνα δυο μέτρα πιο πέρα βρισκόταν ένας καναπές, μια καρέκλα κι ένα λαμπατέρ. Το γραφείο ήταν στριμωγμένο μπροστά στην πόρτα του γκαράζ. Πάνω στο γραφείο υπήρχαν μερικά σκεύη, κι επίσης ένα ρολόι τοίχο και δύο κορνιζαρισμένες αφίσες. Στο μικρό δρομάκι υπήρχε ακόμα μια κούτα με φλιτζάνια, ποτήρια και πιάτα, το καθένα τους τυλιγμένο σε εφημερίδες. Εκείνο το πρωί είχε ξεκαθαρίσει τα ντουλάπια, κι εκτός απ’ τις τρεις κούπες στην τραπεζαρία, όλα τα πράγματα βρίσκονταν έξω από το σπίτι. Είχε τραβήξει μια μπαλαντέζα ως έξω και τα πάντα ήταν συνδεδεμένα στο ρεύμα. Όλα δούλευαν, καμιά διαφορά απ’ ό,τι όταν ήταν μέσα στο σπίτι.
Κάπου κάπου, ένα αμάξι έκοβε ταχύτητα, κι οι άνθρωποι γύριζαν να κοιτάξουν. Μα κανείς δεν σταματούσε.
Είχε την εντύπωση πως ούτε κι αυτός θα σταματούσε. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Μεσάνυχτα στον κήπο του Καλού και του Κακού

Μπορεί το FILMography να είναι μια από τις πιο εξαιρετικές ιδέες του tumblr, αλλά εγώ αν είχα τον τρόπο (βλέπε χρήμα) αυτό θα ήθελα να κάνω.




Moby Dick: Big Read

Το ‘Moby Dick’ είναι ένα  Μεγάλο Αμερικανικό μυθιστόρημα. Αλλά είναι, επίσης, το μεγάλo αδιάβαστο αμερικανικό μυθιστόρημα. Ο Herman Melville δημιούργησε ένα μοναδικό έργο τέχνης, μια πραγματική δύναμη της φύσης, που διαδραματίζεται σε έναν αιώνα που αμφισβητούνται όλα τα δόγματα πίστης που διατηρούνταν έως τότε. Το βιβλίο του Melville ξεπερνά κάθε προσδοκία ενός λογοτεχνικού έργου. Πετάγεται από το εξώφυλλο με το τεράστιο μέγεθος του αντικειμένου του -σαν μια μεγάλη Λευκή Φάλαινα να περιέχεται η ίδια μέσα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

prim scholar and perfervid lover

They are alike, prim scholar and perfervid lover:
When comes the season of decay, they both decide
Upon sweet, husky cats to be the household pride;
Cats choose, like them, to sit, and like them, shudder.

Like partisans of carnal dalliance and science,
They search for silence and the shadowings of dread;
Hell well might harness them as horses for the dead,
If it could bend their native proudness in compliance.

In reverie they emulate the noble mood
Of giant sphinxes stretched in depths of solitude
Who seem to slumber in a never-ending dream;

Within their fertile loins a sparkling magic lies;
Finer than any sand are dusts of gold that gleam,
Vague starpoints, in the mystic iris of their eyes.

~Charles Baudelaire
κοντή ουρά http://wp.me/pTiK1-6QJ

Το Παιδί του Ξένου

Τι είναι αυτό που κάνει ένα βιβλίο σπουδαίο;  Τελείωσα το «The Stranger’s Child» του Alan Hollinghurst πριν μια ώρα ακριβώς. Το αγκάλιασα πριν το αφήσω δίπλα μου και ακόμα αισθάνομαι ταχυκαρδία κι ένα σφίξιμο στο στομάχι · έχω ακόμα μια αίσθηση αναστάτωσης και απώλειας. Στο δικό μου το βιβλίο, αυτό είναι που κάνει ένα βιβλίο σπουδαίο.

Γράφει στο οπισθόφυλλο: Το καλοκαίρι του 1913 ο George Sawle φέρνει τον φίλο του από το Caimbridge Cecil Valance, ένα χαρισματικό νεαρό ποιητή να επισκευθεί την οικογένειά του. Γεμάτο οικειότητες και συγχύσεις, το Σαββατοκύριακο αυτό θα συνδέσει τις 2 οικογένειες για πάντα, αλλά το μεγαλύτερο αντίκτυπο θα το έχει στη ζωή της 16χρονης αδελφής του George, Daphne. Καθώς οι δεκαετίες περνούν οι Daphne και οι οικείοι της υπομένουν εντυπωσιακές αλλαγές σε περιουσία και περιστάσεις, μυστικά φανερώνονται ή κρύβονται και τα γεγονότα εκείνου του μακρινού καλοκαιριού γίνονται κομμάτι μιας μυθικής ιστορίας, η οποία ερμηνεύεται διαφορετικά από κάθε διαδοχική γενιά.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου


Δεν είχε τύχει να διαβάσω ποτέ Stephen King. Τον αγαπούσα για τη διάσημη ατάκα του («Με ρωτάνε πως μπορώ και γράφω τόσο φρικιαστικά πράγματα. Έχω την καρδιά ενός μικρού παιδιού… Την κρατάω σε ένα βαζάκι, πάνω στο γραφείο μου.») Μου άρεσαν πολλές ταινίες που βασίζονται στα βιβλία του και τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί και να έχω διαβάσει κανένα διήγημα του σε συλλογή με ιστορίες τρόμου, που πια το έχω ξεχάσει εντελώς. Πριν λίγες μέρες είχα πέντε λεπτά να «σκοτώσω» για να μην περιμένω στην αποβάθρα, και μπήκα να χαζέψω στο news stand/ περίπτερο του μετρό στη  Πλακεντία. Τίποτα ενδιαφέρον στον πάγκο με τις εφημερίδες και έτσι προχώρησα μηχανικά στα βιβλία.  Μια ημερομηνία, το όνομα του συγγραφέα και από κάτω το πρωτοσέλιδο μια ελληνικής εφημερίδας πληροφορεί για την δολοφονία του Κένεντι. Το τράβηξα αμέσως από το ράφι και χωρίς δεύτερη σκέψη κατευθύνθηκα στο ταμείο.

Μια τρύπα στον χωροχρόνο (μια «κουνελότρυπα» όπως στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων) οδηγεί σε μια συγκεκριμένη στιγμή στο 1958. Μετά από παρότρηση του φίλου του Αλ, ο καθηγητής Jake Epping  αποφασίζει να γυρίσει στο παρελθόν και να προσπαθήσει να αλλάξει το μέλλον. Έχει τους προσωπικούς του λόγους. Όμως το πραγματικό σχέδιο είναι ακόμα πιο φιλόδοξο. Δεν θα αλλάξει την τύχη ενός μόνο ανθρώπου, αλλά του κόσμου όλου αποτρέποντας την δολοφονία του Κένεντι.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

A Dream Within A Dream

Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπό σου!
Και τώρα που χωρίζουμε,
Άφησε να σου πω –
Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ’ όνειρο
Είναι αλήθεια, όπως το ‘λεγες·
Αν, όμως, η ελπίδα πέταξε
Μες σε μια νύχτα ή σε μια μέρα,
Μες σ’ ένα όραμα ή μες το τίποτα,
Είναι γι’ αυτό λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μονάχα μέσα σε όνειρο. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Αρέσει σε %d bloggers: