Κρυφές στοές

… υπόγειες διαδρομές

Tag Archives: διήγημα

Η Σκιά του Παζολίνι

roma

We all drift silently in a world of shadows.
The right night, a place I know. The station hunkers in the heart of this city.
Without a history.
We are all without a history, because we are overwhelmed by it. By the lack of reason, in a civil society that is breaking up, forgetting everything.
The Romans were builders of roads. I, who am a foreigner, travel them. I seek a familiarity that I will not find, I already know that, but it is enough for me to seek it: It is an uncodified move, a journey with eyes wide open. Rome is a body whose strong legs and dirty feet are known to me, hands quick to steal money from your pockets, hired sex, soft, dark hair, muscles that slither, breath that stinks of cigarette smoke and cheap liquor.
Roads. The houses like people: They have a worn, dusty nobility, in this Rome, that yields to time unsparingly. And time, silently, crumbles bricks, molds pavement, brushes bodies with the same gentle, profound caress that I would like to have or experience.
Roads. A troublesome object that I do not see on the asphalt, and the car jerks. A tire absorbs the jolt, smashing what lies beneath it and continuing on its way: maybe a small life has ended, perhaps only a shattered object. At the end of life, the two are equivalent.
Roads. Where I ran as a child there was dirt and grass. I splashed about up to my knees, happy. That time is gone.
Roads. The Romans were builders of roads, but that time is gone as well.
Piazza dei Cinquecento, legs spread, lies there waiting. The fools, those who can’t see, think they can rape her, possess her. But in this dark, nocturnal cavity they are lost, devoured, chewed up and spit out as small white bones. I, on the other hand, know. I know the secret, and will not get lost.
The station is a door: From there you go or return.
The station is a lady covered in rags, with garbage for jewels. She laughs, deceptively indulgent and defenceless, hiding the gnashing of her teeth behind the trains’ clatter. She whispers promises she will not keep, but she is always a mystery because men believe in lies and let themselves be lulled by them. Rome knows all secrets, protects all sins. It is a museum of sorrow and shame, where the executioner laughs at the victim whose head he is preparing to lop off, with no remorse whatsoever and with unbounded craving.
The little garden is a place of bones. It is a city of secrets, catacombs, buried memories replaced by artfully constructed recollections. But here, in the little bone garden, it is impossible to lie. There are places where the city reveals itself. It can do so because nobody really looks, no one sees anything except what he wants to see.
But I know.
I am aware of the fraud. I revealed the secret. Still, I am not a danger, since no one will believe me. Rome ca do this: display the truth, make it her whore, and sell it to the highest bidder.
Ghosts crouch in the little bone garden.

We all drift along, silent, alone.
it’s like a breath I am lacking, that I continue to look for, driving around aimlessly, with eyes that see in the dark, matching profiles and desires. Desire fulfilled is a simulated death. And like every death, it examines the meaning of life retrospectively, transforming it into myth. Desire is the articulation of a solitude form which I will not emerge, except at the instant of an embrace. A moment, a caress, a body that responds like an object, in the unreasoning workings of sensation.
I have a powerful, expensive car. I pull up, knowing I’ve been spotted.
In Piazza dei Cinquecento, I drive around the heart, mine, that of the city.
At the drink stand, there’s a fat, sweaty man. He is an actor made for the part, as if in the entire city, in all the stands of Rome, there were only variations of that same role, in male or female versions. Performing spectres, full of life that I cannot think of as sentient, with open shirts, oil stains on their undershirts, hands gripping the glass, squeezing the life out of it before handing it to the customer. And the customer, a young man with heavy cigarette breath, his curls straightened to look more gorgeous and his beard pointlessly shaved to make him appear older, takes the glass without bothering to be polite. Rome is not polite. Rather, she is a slut, astute and well aware of her urges, who when caught with her hands in the till absolves herself by displaying her illustrious medals: Nero’s crown, the Colosseum’s stones, grass, cats, the Pope, political figures. They have all lied. All of them. Including the cats.
I have an expensive car, that is known here, which does not necessarily make me one of the family. I am the rich uncle: My eccentric manias are tolerated as long as I bring money. My gaze is not heavy. It skims, in order to procure what I need: targets with curly hair. Shoes with a wedge, to appear taller. Sweaters tight across the chest, in colours like small suns in the night. I wonder what life drifts through those heads. But it doesn’t matter to me. It really doesn’t matter to me. The thoughts are mine. The body I look for elsewhere. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Distant Rain

suburbia_dist-rain-ball_web

Έχεις αναρωτηθεί ποτέ τι συμβαίνει σε όλα τα ποιήματα που γράφουν οι άνθρωποι; Τα ποιήματα που δεν αφήνουν ποτέ κανέναν να διαβάσει; Ίσως είναι πολύ ιδιωτικά και προσωπικά. Ίσως δεν είναι αρκετά καλά. Ίσως η προοπτική της έκφρασης από καρδιάς να φαντάζει αδέξια, ρηχή, ανόητη, ξιπασμένη, ζαχαρένια, μη αυθεντική, συναισθηματική, κοινότυπη, βαρετή, παραδουλευμένη, δυσνόητη, άσκοπη ή απλά αμήχανη, και αυτό είναι αρκετός λόγος για κάθε φιλόδοξο ποιητή να κρύψει τη δουλειά του από το κοινό για πάντα.

Φυσικά, πολλά από τα ποιήματα καταστρέφονται αμέσως. Καίγονται, κομματιάζονται, πετώνται στην λεκάνη της τουαλέτας. Μερικές φορές διπλώνονται σε μικρά τετραγωνάκια και σφηνώνονται στη γωνία ενός ασταθούς επίπλου. Άλλες κρύβονται πίσω από ένα χαλαρό τούβλο, ή πίσω από μια υδρορροή ή σφραγίζονται στο πίσω μέρος ενός ρολογιού, ή τοποθετούνται ανάμεσα στις σελίδες ενός αδιευκρίνιστου βιβλίου που πιθανότατα δεν θα ανοιχτεί ποτέ. Κάποιος μπορεί να τα βρει μια μέρα, αλλά μάλλον όχι. Η αλήθεια είναι ότι η αδιάβαστη αυτή ποίηση θα παραμείνει για πάντα ακριβώς αυτό (αδιάβαστη), καταδικασμένη να ενωθεί με ένα τεράστιο αόρατο ποτάμι απόβλητων που ρέει μακριά από τα προάστια. Ε, σχεδόν πάντα! Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Why don’t you dance?

Στην κουζίνα, έβαλε ακόμη ένα ποτό και κοίταξε την επίπλωση της κρεβατοκάμαρας στην μπροστινή αυλή του. Το στρώμα ήταν γυμνό και τα ριγέ χρωματιστά σεντόνια βρίσκονταν ακουμπισμένα δίπλα σε δύο μαξιλάρια, στη σιφονιέρα. Έξω από αυτή τη διαφορά, όλα έμοιαζαν πάνω κάτω όπως ήταν στην κρεβατοκάμαρα – κομοδίνο και πορτατίφ απ’ τη δική του μεριά του κρεβατιού, κομοδίνο και πορτατίφ απ’ τη δική της.
Η δική του πλευρά, η δική της πλευρά.
Αυτό σκεφτόταν ρουφώντας το ουίσκι του.
Η σιφονιέρα βρισκόταν κάνα δυο μέτρα απ’ το πόδι του κρεβατιού. Το πρωί είχε αδειάσει τα συρτάρια μέσα σε κούτες, κι είχε αφήσει τις κούτες στην τραπεζαρία. Δίπλα στη σιφονιέρα υπήρχε μια φορητή θερμάστρα. Μια καλαμένια καρέκλα με διακοσμητικό μαξιλάρι στεκόταν στο πόδι του κρεβατιού. Τα αστραφτερά αλουμινένια έπιπλα της κουζίνας ήταν τοποθετημένα στο μικρό δρομάκι δίπλα στην αυλή. Μια κίτρινη μουσελίνα, υπερβολικά μεγάλη, δώρο, σκέπαζε το τραπέζι και κρεμόταν στο πλάι. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια γλάστρα με φτέρη, κι ακόμη, ένα κουτί ασημένια μαχαιροπήρουνα κι ένα πικάπ, δώρα κι αυτά. Μια μεγάλη συσκευή τηλεόρασης-έπιπλο ακουμπούσε πάνω σ’ ένα χαμηλό τραπεζάκι, και κάνα δυο μέτρα πιο πέρα βρισκόταν ένας καναπές, μια καρέκλα κι ένα λαμπατέρ. Το γραφείο ήταν στριμωγμένο μπροστά στην πόρτα του γκαράζ. Πάνω στο γραφείο υπήρχαν μερικά σκεύη, κι επίσης ένα ρολόι τοίχο και δύο κορνιζαρισμένες αφίσες. Στο μικρό δρομάκι υπήρχε ακόμα μια κούτα με φλιτζάνια, ποτήρια και πιάτα, το καθένα τους τυλιγμένο σε εφημερίδες. Εκείνο το πρωί είχε ξεκαθαρίσει τα ντουλάπια, κι εκτός απ’ τις τρεις κούπες στην τραπεζαρία, όλα τα πράγματα βρίσκονταν έξω από το σπίτι. Είχε τραβήξει μια μπαλαντέζα ως έξω και τα πάντα ήταν συνδεδεμένα στο ρεύμα. Όλα δούλευαν, καμιά διαφορά απ’ ό,τι όταν ήταν μέσα στο σπίτι.
Κάπου κάπου, ένα αμάξι έκοβε ταχύτητα, κι οι άνθρωποι γύριζαν να κοιτάξουν. Μα κανείς δεν σταματούσε.
Είχε την εντύπωση πως ούτε κι αυτός θα σταματούσε. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ανάμεσα στα σεντόνια

Σπάνια διαβάζω διηγήματα. Είναι μικρά, δεν τα βρίσκω «χορταστικά». Μου αφήνουν πάντα μια αίσθηση ανολοκλήρωτου, όσο γεμάτη κι αν είναι η μικρή ή μεγάλη ιστορία που αφηγούνται, όσο καλά κι αν το κάνουν. Ως ηδονοβλεψίας ξένων (φανταστικών) ζωών, θέλω πάντα κι άλλο.

Ένας νεαρός που εργάζεται στο sex shop του αδελφού του, έρχεται αντιμέτωπος με τις απερίσκεπτες επιλογές του· ο πιστός σύντροφος μιας συγγραφέως προσπαθεί να καταλάβει την ψυχολογία της· ένας πατέρας προσπαθεί να επιβιώσει με την μικρή του κόρη σε ένα μετα-αποκαλυπτικό Λονδίνο· ένας εκατομμυριούχος αγοράζει την τέλεια σύντροφο και βουτάει στην κόλαση της ζήλιας και της απόγνωσης· ένας πατέρας γεμάτος ενοχές περνάει το σαββατοκύριακο με την έφηβη κόρη του και τη φίλη της· δύο συνάδελφοι συζητούν στο γραφείο· ένας Άγγλος διηγείται τη σύντομη διαμονή του στο Λος Άντζελες και τους ανθρώπους που γνώρισε.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Αρέσει σε %d bloggers: